παπιγιόν
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παπιγιόν¹
Where it comes from
παπιγιόν < (λόγιο δάνειο) γαλλική papillon (πεταλούδα)
noun παπιγιόν · παπιόν
- είδος λαιμοδέτη που φοριέται με επίσημο ένδυμα και αποτελείται από μια ταινία ύφασμα που δένεται έτσι, ώστε να σχηματίζονται δυο συμμετρικοί φιόγκοι ※ Ένα γκαρσόνι με μοβ σακάκι και μαύρο παπιγιόν μας πλησίασε, έτοιμο να ικανοποιήσει δουλοπρεπώς κάθε μας επιθυμία. Παραγγείλαμε ουίσκι, σόδα κι αναψυκτικά. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορίες για τη θάλασσα από την ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Αιγόκερως, 1999, σελ. 309)
Παπιγιόν²
Where it comes from
Παπιγιόν < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Παπιγιόν · Papigion
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
In English
- bowtie necktie shaped like a bow
Talk about this word "παπιγιόν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026. παπιγιόν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BD "παπιγιόν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παπιγιόν},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BD},
urldate = {2026-11-07}
}