παππούς
Ελληνικά
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
παππούς¹
यह कहाँ से आया
παππούς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παππούς και πάππους < παππούας < παππίας < υποκοριστικό του πάππας
संज्ञा παππούς · παππούδες · παππού · παππούδων
- ο πατέρας του πατέρα ή της μητέρας μου
- αυτός που είναι κάποιας προχωρημένης ηλικίας, ο γέρος
- αυτός που έχει συμπεριφορά γέρου
- το εκατοστάρικο μέχρι τη δεκαετία του 1980 (στη γλώσσα των κακοποιών)
Παππούς²
- paˈpus
यह कहाँ से आया
Παππούς < παππούς
व्यक्तिवाचक संज्ञा Παππούς · Παππούδες · Παππού · Παππούδων
- ανδρικό επώνυμο
अंग्रेज़ी में
- grandfather male forefather
- grandpa grandfather (informal)
इस शब्द पर बात करें "παππούς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παππούς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%82 "παππούς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%82.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {παππούς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}