παράγγελμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παράγγελμα

  • paˈɾaŋ.ɟel.ma

Where it comes from

παράγγελμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράγγελμα < παραγγέλλω < παρά + ἀγγέλλω. Μορφολογικά, παρ- + άγγελμα

noun παράγγελμα · παραγγέλματα · παραγγέλματος · παραγγελμάτων

  1. προσταγή, διαταγή, κυρίως προφορική
  2. παραίνεση, συμβουλή, σύσταση ※ Κοιτάζει τους τοίχους, τις προσόψεις των κτιρίων. Είναι «βαμμένοι». Καλυμμένοι με γκράφιτι, καλικαντζούρες και ορνιθοσκαλίσματα . Το μάτι κολλάει πάνω τους αφηρημένο, καταγράφει, χωρίς απαραιτήτως να βγάζει κάποιο νόημα. Πού και πού διαβάζει συνθήματα. Δηλώσεις και παραγγέλματα. (Μαριαλένα Σεμιτέκ

Talk about this word

Cite this
MLA

"παράγγελμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παράγγελμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BC%CE%B1

Chicago

"παράγγελμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παράγγελμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}