παράγραφος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παράγραφος

  • paˈɾa.ɣɾa.fos

Where it comes from

παράγραφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παράγραφος < αρχαία ελληνική παραγράφω < παρά- + -γραφος, λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική paragraphe

noun παράγραφος · παράγραφοι · παράγραφοι παράγραφες · παραγράφου · παραγράφων · παράγραφο

  1. τμήμα κειμένου με αυτοτέλεια και ενότητα, που η πρώτη γραμμή του γράφεται λίγο δεξιότερα από τις υπόλοιπες γραμμές, για να ξεχωρίζει
  2. νομικός όρος τμήμα νομικού κειμένου

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παράγραφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παράγραφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%82

Chicago

"παράγραφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παράγραφος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}