παράγω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παράγω
- paˈɾa.ɣo
Where it comes from
παράγω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παράγω (δημιουργώ, αρχαία σημασία: οδηγώ στο πλάι) Συγχρονικά αναλύεται σε (παρά) παρ- + άγω
verb παράγω · παρήγα · παρήγαγα · παράγομαι · παράχθηκα · παρήχθη
- βγάζω, εκκρίνω Το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα.
- δημιουργώ, παρασκευάζω, κατασκευάζω (κάποιο προϊόν ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας) κατά συνεχή τρόπο Πουλάνε το λάδι που παράγουν οι ίδιοι από τις ελιές τους.
- έχω (κάποιο φαινόμενο ως αποτέλεσμα), προξενώ (ένα φαινόμενο) Η παλλόμενη χορδή παράγει ήχο.
- έχω ως προϊόν μιας αντίδρασης (κάποια ένωση ή ουσία) Η αντίδραση υδρογόνου και οξυγόνου παράγει νερό.
- για έμφαση στις αιτίες ή τα αποτελέσματα ενός φαινομένου: έχω κάτι ως αποτέλεσμα, προξενώ ή προκαλώ (κάποιο αποτέλεσμα), είμαι η αιτία (κάποιου αποτελέσματος) Η οικονομική ανέχεια παράγει μετανάστες.
- έχω ως πηγή ή ρίζα, προέρχομαι, είμαι το αποτέλεσμα συνένωσης Η λέξη «παραγωγή» παράγεται από το «παράγω».
In English
Talk about this word "παράγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. παράγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%89 "παράγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παράγω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}