παράγω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παράγω

  • paˈɾa.ɣo

Where it comes from

παράγω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παράγω (δημιουργώ, αρχαία σημασία: οδηγώ στο πλάι) Συγχρονικά αναλύεται σε (παρά) παρ- + άγω

verb παράγω · παρήγα · παρήγαγα · παράγομαι · παράχθηκα · παρήχθη

  1. βγάζω, εκκρίνω Το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα.
  2. δημιουργώ, παρασκευάζω, κατασκευάζω (κάποιο προϊόν ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας) κατά συνεχή τρόπο Πουλάνε το λάδι που παράγουν οι ίδιοι από τις ελιές τους.
  3. φυσική έχω (κάποιο φαινόμενο ως αποτέλεσμα), προξενώ (ένα φαινόμενο) Η παλλόμενη χορδή παράγει ήχο.
  4. χημεία έχω ως προϊόν μιας αντίδρασης (κάποια ένωση ή ουσία) Η αντίδραση υδρογόνου και οξυγόνου παράγει νερό.
  5. figuratively, μεταφορικά, ως σχήμα υπερβολής για έμφαση στις αιτίες ή τα αποτελέσματα ενός φαινομένου: έχω κάτι ως αποτέλεσμα, προξενώ ή προκαλώ (κάποιο αποτέλεσμα), είμαι η αιτία (κάποιου αποτελέσματος) Η οικονομική ανέχεια παράγει μετανάστες.
  6. γραμματική έχω ως πηγή ή ρίζα, προέρχομαι, είμαι το αποτέλεσμα συνένωσης Η λέξη «παραγωγή» παράγεται από το «παράγω».

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παράγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παράγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%89

Chicago

"παράγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παράγω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}