παράδοξος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παράδοξος
- paˈɾa.ðo.ksos
Where it comes from
παράδοξος > (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράδοξος < παρά- + δόξ(α) + -ος
adjective παράδοξος · παράδοξη · παράδοξο · παράδοξου · παράδοξης
- περίεργος, παράξενος, μη αναμενόμενος ※ Φαίνεται όμως πως οι δυο αδελφές, κατά παράδοξο τρόπο, διαφύλασσαν ακόμη και στην ξεδιάντροπη ατμόσφαιρα των καφέ σαντάν κάτι από την υποτιθέμενη ανατροφή που άρμοζε σε αποφοίτους του Ζαππείου Παρθεναγωγείου. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Πατάκης, 2024)
In English
- strange not normal
Talk about this word "παράδοξος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παράδοξος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82 "παράδοξος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παράδοξος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}