παράλλαξη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παράλλαξη
Where it comes from
παράλλαξη < αρχαία ελληνική παράλλαξις
noun παράλλαξη · παραλλάξεις · παράλλαξης · παραλλάξεων
- η αλλαγή της θέσης δύο στατικών σημείων, που οφείλεται στην κίνηση του παρατηρητή ή όταν αυτός έχει στερεοσκοπική όραση και ανοιγοκλείνει τα μάτια του με αντίθετο χρονισμό το καθένα (βοηθά μόνο για σχετικά κοντινές αποστάσεις)
- η θέση ενός αντικειμένου όπου η διόπτευση αυτού είναι 90 μοίρες (δεξιά ή αριστερά). Δηλαδή το αντικείμενο βρίσκεται προς το εγκάρσιο του πλοίου
- γωνία υπό την οποία προβάλλεται από ένα ουράνιο σώμα η ακτίνα της Γης (ή της γήινης τροχιάς για τους αστέρες)
In English
- parallax shift
Talk about this word "παράλλαξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. παράλλαξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%B7 "παράλλαξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παράλλαξη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}