παράνομος

Ελληνικά

AI En palabras sencillas

Escribiendo una explicación breve…

Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.

παράνομος¹

  • paˈɾa.no.mos

De dónde viene

παράνομος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράνομος < παρά- + νόμ(ος) + -ος

adjetivo παράνομος · παράνομη · παράνομο · παράνομου · παράνομης

  1. ο εκτός των ορίων του νομίμου, είτε λόγω έλλειψης των απαραίτητων προϋποθέσεων του νομίμου, είτε λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων αλλά με παρουσία επιπλέον στοιχείων που καθιστούν ρητά το σύνολο παραβατικό του νόμου ≈ συνώνυμα: άνομος, έκνομος, λαθραίος, παραβατικός
  2. αντίθετος με τις κοινωνικές συμβάσεις, ακόμη κι αν δεν απαγορεύεται από τους νόμους Είχε μια παράνομη σχέση με τη γραμματέα του.

Παράνομος²

De dónde viene

Παράνομος < αρχαία ελληνική Παράνομος / παράνομος

nombre propio Παράνομος · Παρανόμου · Paranomos

  1. ανδρικό επώνυμο

En inglés

Conversar sobre esta palabra

Citar
MLA

"παράνομος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παράνομος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"παράνομος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παράνομος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}