παράξενος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παράξενος

  • paˈɾa.kse.nos

Where it comes from

παράξενος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή παράξενος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σημασία: μη γνήσιος πολίτης. Μορφολογικά αναλύεται σε παρά- + ξένος

adjective παράξενος · παράξενη · παράξενο · παράξενου · παράξενης

  1. που δεν μοιάζει με ό,τι μας είναι γνωστό και οικείο ※ Έδειχνε την παράξενη γη τους, με τα τραχιά βουνά, τις ξηρές κοίτες των ποταμών που στέρευαν πριν φτάσουν στη θάλασσα, τις βαθιές βραχώδεις κοιλάδες, τις αλμυρές λίμνες, τις καταπράσινες οάσεις, τα χρυσαφένια αμμώδη κύματα της ερήμου που σήκωνε βουνά ο χαμσίν. (Στέλλα Σελήνη, Κόκκινη θάλασσα, εκδ.

    Similar: ασυνήθιστος, ιδιόμορφος

  2. για ανθρώπους ιδιότροπος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παράξενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παράξενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"παράξενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παράξενος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}