מיקווין

παράς

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

παράς¹

  • paˈɾas

מאיפה זה בא

παράς < (άμεσο δάνειο) τουρκική para + -ς < περσική پاره (pāra)

שם עצם παράς · παράδες · παρά · παράδων

  1. vulgar, λαϊκό το χρήμα ※ Ήταν σαν να του έλεγε ότι το κόσμημα που είχε μπροστά του θα έκανε τη γυναίκα που θα το φορούσε να μοιάζει με βασίλισσα. Θαμπώθηκε ο μουστερής κι έβγαλε τους παράδες του αμέσως, να αγοράσει το μαλαματικό. Αργότερα, ο πατέρας μου μου εξήγησε ότι διηγούνταν αυτές τις ιστορίες, όχι μόνο για να βάλει
  2. ιστορία, νόμισμα παλαιό τουρκικό νόμισμα ※ ασλάνια (aslan), άσπρα (asper), γαζέττα (gazetta), γρόσι (grosso), δουκάτον (ducato), δούμπλα ou ντούμπλα , ζολότα (zlot), κολωννάτο (colonnato), λίρα (lire), μαρτζέλλος (marcelo), μαχμουτιές (mahmudiye), μετζίτι (mecit), μπέζο (bezzo, bez), νουσφιές (nisfiye), ουγγία (uncia), παράς (para), πιάστρ

Παράς²

מאיפה זה בא

Παράς < παράς

שם פרטי Παράς · Παράδες · Παρά · Παράδων

  1. ανδρικό επώνυμο

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"παράς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

παράς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%82

Chicago

"παράς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παράς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}