παρέμβαση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παρέμβαση

  • paˈɾeɱ.va.si

Where it comes from

παρέμβαση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα παρέμβα(σις) + -ση (ελληνιστική κοινή) κατά το σχήμα παρεκβαίνω - παρέκβαση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intervention Μορφολογικά αναλύεται σε παρ- + έμ- + βάση.

noun παρέμβαση · παρεμβάσεις · παρέμβασης · παρεμβάσεων

  1. η ανάμειξη κάποιου σε υπόθεση άλλων Η παρέμβαση συγγενών δημιουργεί συχνά προβλήματα στις σχέσεις των ζευγαριών.
  2. ό,τι παρεμβάλλεται, η παρεμβολή τεχνικές παρεμβάσεις σε ένα χώρο
  3. η άποψη που μπορεί να εκφέρει κάποιος για ένα θέμα σε μια συζήτηση τηλεφωνική παρέμβαση του υπουργού στο δελτίο ειδήσεων

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παρέμβαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παρέμβαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"παρέμβαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παρέμβαση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}