מיקווין

παραγωγικότητα

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

παραγωγικότητα

  • pa.ɾa.ɣo.ʝiˈko.ti.ta

מאיפה זה בא

παραγωγικότητα < παραγωγικός + -ότητα

שם עצם παραγωγικότητα · παραγωγικότητες · παραγωγικότητας · παραγωγικοτήτων

  1. η ιδιότητα ή η ικανότητα του παραγωγικού
  2. οικονομία το αποτέλεσμα της διαδικασίας παραγωγής σε σχέση με τα μέσα, τις συνθήκες και τους όρους παραγωγής

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"παραγωγικότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παραγωγικότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"παραγωγικότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παραγωγικότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}