παραγωγός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παραγωγός

  • pa.ɾa.ɣoˈɣos

Sounds like παράγωγος

Where it comes from

παραγωγός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραγωγός (επίθετο: απατηλός, αργότερα: δημιουργικός, αρχαία σημασία παραπλανητικός), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική producteur

noun παραγωγός · παραγωγοί · παραγωγού · παραγωγών · παραγωγό · παραγωγούς

  1. επάγγελμα κάποιος που παράγει αγαθά από υλικά πρωτογενούς ή δευτερογενούς παραγωγής
  2. τέχνη πρόσωπο ή φορέας που φροντίζει για τη χρηματοδότηση και την παραγωγή ενός έργου

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παραγωγός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παραγωγός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82

Chicago

"παραγωγός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παραγωγός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}