παραδέχομαι
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
παραδέχομαι
- pa.ɾaˈðe.xo.me
어원
παραδέχομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παραδέχομαι < παρα- + δέχομαι
동사 παραδέχομαι · παραδέχτηκα · παραδέχθηκα · παραδεδεγμένος
- δέχομαι ως σωστό, συμφωνώ με κάτι Δεν παραδέχεται ότι έκανε λάθος.
- επιβεβαιώνω κάποια αλήθεια, συνήθως ομολογώντας κάτι Παραδέχομαι ότι φοβάμαι τα αεροπλάνα.
- θεωρώ κάποιον ικανό και άξιο Την παραδέχτηκα χθες, διότι είχε το θάρρος να επιμένει στην άποψή της.
영어로
이 단어에 대해 이야기하기 "παραδέχομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. παραδέχομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "παραδέχομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {παραδέχομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}