παραδοσιακός
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
παραδοσιακός
- pa.ɾa.ðo.si.aˈkos
من أين أتت
παραδοσιακός < παράδοσι(ς) + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική traditionnel)
صفة παραδοσιακός · παραδοσιακή · παραδοσιακό · παραδοσιακού · παραδοσιακής
- που έχει σχέση με την παράδοση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που του αρέσει η παράδοση και τηρεί τα ήθη και τα έθιμα είναι παραδοσιακός τύπος, καθόλου μοντέρνος
بالإنجليزية
- traditional of or relating to tradition
تحدّث عن هذه الكلمة "παραδοσιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παραδοσιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82 "παραδοσιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {παραδοσιακός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}