παραδουλεύτρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παραδουλεύτρα

  • pa.ɾa.ðuˈle.ftɾa

Where it comes from

παραδουλεύτρα < παρα- + δουλευτής + κατάληξη θηλυκού -τρα

noun παραδουλεύτρα · παραδουλεύτρες · παραδουλεύτρας

  1. επάγγελμα μια γυναίκα που συνεισφέρει στις οικιακές εργασίες (σκούπισμα, ξεσκόνισμα, σιδέρωμα, κλπ.) ※ την έχει σαν βασίλισσα! Με δικό της αυτοκίνητο, δούλες και παραδουλεύτρες, να'χει ράφτρες και κομμώτριες να την επισκέπτονται στο σπίτι, και δικό της οδηγό, ένα λεβεντόπαιδο (Χάρης Κ. Μεττής, Τα Κοράκια του Πόρτο Ράφτη και Άλλα Διηγήματα, εκδ. Ακακία, 2013)

Similar: οικιακή βοηθός, γυναίκα

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παραδουλεύτρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παραδουλεύτρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%84%CF%81%CE%B1

Chicago

"παραδουλεύτρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%84%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παραδουλεύτρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%84%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}