παρακάλια
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παρακάλια
noun παρακάλια
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακάλι
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακάλιο ※ Έβλεπα άλλους σκλάβους πάνω στη σανίδα του σκλαβοπάζαρου, γυμνούς από τη μέση και πάνω για να τους επιθεωρήσουν οι πιθανοί αγοραστές τους. Δίπλα τους στέκονταν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους, που κλαίγοντας παρακαλούσαν τους δουλέμπορους να μην τους χωρίσουνε, αλλά να τους πάρουν κι αυτους μα
Talk about this word "παρακάλια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. παρακάλια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1 "παρακάλια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παρακάλια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}