παρακαταθήκη
Ελληνικά
AI In parole semplici
Sto scrivendo una breve spiegazione…
Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.
παρακαταθήκη
- pa.ɾa.ka.ta.θi.ci
Da dove viene
παρακαταθήκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρακαταθήκη
: (ποσό προς φύλαξη) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική consignation
sostantivo παρακαταθήκη · παρακαταθήκες · παρακαταθήκης · παρακαταθηκών
- η κατάθεση για φύλαξη ενός ποσού ή άλλου πράγματος σε υπηρεσία του δημοσίου ο δανειστής μου δεν δέχεται να του δώσω τα χρήματα που του χρωστἀω, γι'αυτό πήγα και τα κατέθεσα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων
- το ποσό ή ό,τι άλλο παραδίδεται προς φύλαξη
- το απόθεμα εμπορευμάτων
- η πολύτιμη πνευματική ή άλλου είδους κληρονομιά που οφείλουμε να σεβαστούμε και να διαφυλάξουμε
In inglese
Parla di questa parola "παρακαταθήκη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. παρακαταθήκη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7 "παρακαταθήκη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7.Cita
@misc{micwyn_2026,
title = {παρακαταθήκη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}