παρακαταθήκη

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

παρακαταθήκη

  • pa.ɾa.ka.ta.θi.ci

Da dove viene

παρακαταθήκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρακαταθήκη

: (ποσό προς φύλαξη) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική consignation

sostantivo παρακαταθήκη · παρακαταθήκες · παρακαταθήκης · παρακαταθηκών

  1. η κατάθεση για φύλαξη ενός ποσού ή άλλου πράγματος σε υπηρεσία του δημοσίου ο δανειστής μου δεν δέχεται να του δώσω τα χρήματα που του χρωστἀω, γι'αυτό πήγα και τα κατέθεσα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων
  2. το ποσό ή ό,τι άλλο παραδίδεται προς φύλαξη
  3. το απόθεμα εμπορευμάτων
  4. η πολύτιμη πνευματική ή άλλου είδους κληρονομιά που οφείλουμε να σεβαστούμε και να διαφυλάξουμε

In inglese

  • deposit leaving goods in another's custody for safekeeping
  • store supply held in storage

Parla di questa parola

Cita
MLA

"παρακαταθήκη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παρακαταθήκη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7

Chicago

"παρακαταθήκη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παρακαταθήκη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}