παρακολουθώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παρακολουθώ
- pa.ɾa.ko.luˈθo
Where it comes from
παρακολουθώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρακολουθῶ, συνηρημένος τύπος του παρακολουθέω < (παρά) παρ- + ἀκολουθῶ
verb παρακολουθώ · παρακολούθησα · παρακολουθούμαι · παρακολουθιέμαι · παρακολουθούμουν · παρακολουθιόμουν
- ακολουθώ τις κινήσεις κάποιου κινούμενος μαζί με αυτόν ή κινώντας το βλέμμα μου ※ Απ' την πρώτη στιγμή που μπήκα στο λεωφορείο είχα την υποψία πως κάποιος με παρακολουθούσε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- ακολουθώ κρυφά τις κινήσεις κάποιου για να μάθω κάτι γι' αυτόν
-
ακούω τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις κάποιου με συσκευές υποκλοπής
Similar: κατασκοπεύω
- συμμετέχω σε μάθημα, σεμινάριο ή άλλη μαθησιακή δραστηριότητα
- ακούω με προσοχή έναν ομιλητή και αντιλαμβάνομαι τη ροή της σκέψης του
- βλέπω ή ακούω με προσοχή τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες
In English
- shadow to secretly track or follow another
- watch to look at for a period of time
- monitor watch over, guard
- keep track verb
Talk about this word "παρακολουθώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. παρακολουθώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CF%8E "παρακολουθώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παρακολουθώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}