παρακούω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παρακούω
Where it comes from
παρακούω <
# < αρχαία ελληνική παρακούω
# < η αρχαία λέξη με την ελληνιστική της σημασία
: 3, 4 < παρ(α)- επιτατικό + ακούω
verb παρακούω · παράκουγα · θα παρακούω · να παρακούω · παρακούγοντας
- ακούω κάτι λανθασμένα, δεν αντιλαμβάνομαι σωστά αυτό που ειπώθηκε ※ Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε: «Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε ...» (Του γιοφυριού της Άρτας, δημοτικό)
- δεν συμμορφώνομαι σε εντολή που έλαβα, δεν υπακούω Οι πρωτόπλαστοι παράκουσαν την εντολή του Θεού και δοκίμασαν τον απαγορευμένο καρπό
- ακούω υπερβολικά συχνά, κατ' επανάληψη, από πολλές πηγές το παρακούσαμε αυτό το τραγούδι, το έχω βαρεθεί
- ακούω πολύ καλά και αντιλαμβάνομαι -Άκουσες τι σου είπα; -Άκουσα και παράκουσα, αλλά δε συμφωνώ
In English
Talk about this word "παρακούω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. παρακούω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%89 "παρακούω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παρακούω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}