παρακούω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παρακούω

Where it comes from

παρακούω <

# < αρχαία ελληνική παρακούω

# < η αρχαία λέξη με την ελληνιστική της σημασία

: 3, 4 < παρ(α)- επιτατικό + ακούω

verb παρακούω · παράκουγα · θα παρακούω · να παρακούω · παρακούγοντας

  1. ακούω κάτι λανθασμένα, δεν αντιλαμβάνομαι σωστά αυτό που ειπώθηκε ※ Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε: «Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε ...» (Του γιοφυριού της Άρτας, δημοτικό)
  2. δεν συμμορφώνομαι σε εντολή που έλαβα, δεν υπακούω Οι πρωτόπλαστοι παράκουσαν την εντολή του Θεού και δοκίμασαν τον απαγορευμένο καρπό
  3. ακούω υπερβολικά συχνά, κατ' επανάληψη, από πολλές πηγές το παρακούσαμε αυτό το τραγούδι, το έχω βαρεθεί
  4. ακούω πολύ καλά και αντιλαμβάνομαι -Άκουσες τι σου είπα; -Άκουσα και παράκουσα, αλλά δε συμφωνώ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παρακούω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παρακούω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%89

Chicago

"παρακούω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παρακούω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}