παραλήρημα
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
παραλήρημα
- pa.ɾaˈli.ɾi.ma
מאיפה זה בא
παραλήρημα < ελληνιστική κοινή παραλήρημα < αρχαία ελληνική παραληρέω / παραληρῶ < παρά + ληρέω / ληρῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική délire)
שם עצם παραλήρημα · παραληρήματα · παραληρήματος · παραληρημάτων
- ο ασυνάρτητος και χωρίς νόημα λόγος, ο οποίος αποτελεί σύμπτωμα ορισμένων οργανικών ή ψυχικών παθήσεων, παραμιλητό τρομώδες παραλήρημα
- η φλυαρία θεατρικό παραλήρημα
- ο λόγος ο οποίος χαρακτηρίζεται από φανατισμό και έλλειψη ειρμού ή η κατάσταση υστερίας και βίαιου ενθουσιασμού εθνικιστικό παραλήρημα
דומה: ντελίριο, παραμιλητό
מילים נרדפות והפכים
שם עצם
דומה: ντελίριο, παραμιλητό
באנגלית
- delirium mental state of confusion
לדבר על המילה הזו "παραλήρημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. παραλήρημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "παραλήρημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {παραλήρημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}