παραλείπω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παραλείπω
Where it comes from
παραλείπω < αρχαία ελληνική παραλείπω
verb παραλείπω
- αφήνω, είτε σκόπιμα είτε ακούσια, κάποιον ή κάτι έξω από ένα σύνολο ※ Χρησιμοποιούνται επίσης υποκοριστικά ως τοπωνύμια (Παναγίτσα, Προδρόμι < Άγιος Πρόδρομος), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται το προσωπωνύμιο του αγίου ή της αγίας και το τοπωνύμιο εκφέρεται μόνο με τον τοπικό ή κτητορικό προσδιορισμό: Σπηλιώτισσα (=Παναγιά η Σπηλιώτισσα), Ρωμανού (παλιά μο
- αναφορικά με κάποια ενέργεια: ξεχνώ
In English
Talk about this word "παραλείπω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. παραλείπω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89 "παραλείπω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παραλείπω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}