παραλείπω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παραλείπω

Where it comes from

παραλείπω < αρχαία ελληνική παραλείπω

verb παραλείπω

  1. αφήνω, είτε σκόπιμα είτε ακούσια, κάποιον ή κάτι έξω από ένα σύνολο ※ Χρησιμοποιούνται επίσης υποκοριστικά ως τοπωνύμια (Παναγίτσα, Προδρόμι < Άγιος Πρόδρομος), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται το προσωπωνύμιο του αγίου ή της αγίας και το τοπωνύμιο εκφέρεται μόνο με τον τοπικό ή κτητορικό προσδιορισμό: Σπηλιώτισσα (=Παναγιά η Σπηλιώτισσα), Ρωμανού (παλιά μο
  2. figuratively, συνεκδοχικά αναφορικά με κάποια ενέργεια: ξεχνώ

In English

  • omit to leave out or exclude
  • elide to leave out or omit

Talk about this word

Cite this
MLA

"παραλείπω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παραλείπω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89

Chicago

"παραλείπω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παραλείπω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}