παραλλαγή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παραλλαγή

Where it comes from

παραλλαγή < αρχαία ελληνική παραλλαγή

noun παραλλαγή · παραλλαγές · παραλλαγής · παραλλαγών

  1. μία ελαφρώς διαφορετική εκδοχή ενός πράγματος (πχ εμπορικού προϊόντος, δημοτικού τραγουδιού κλπ) τα δομημένα ομόλογα αποτελούν μια ειδική παραλλαγή των ομολόγων κυμαινόμενου εισοδήματος
  2. συγκεκριμένη τροποποίηση της εμφάνισης και της ενδυμασίας ώστε να συγχέεται με το περιβάλλον οι καταδρομείς φορούν στολές παραλλαγής
  3. ύφασμα το στρατιωτικό σχέδιο
  4. γεωγραφία η διαφορά μεταξύ του πραγματικού βορρά και του βορρά που δείχνει η πυξίδα, η παραλλαγή πυξίδας

In English

  • variation a musical technique based on an altered repetition of a theme
  • variant something slightly different

Talk about this word

Cite this
MLA

"παραλλαγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παραλλαγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE

Chicago

"παραλλαγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παραλλαγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}