παραμονή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παραμονή

  • pa.ɾa.moˈni

Where it comes from

παραμονή <

:* για τη σημασία «μένω σε μέρος για κάποια διάρκεια» < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραμονή (αρχικά: υποχρέωση δούλου να παραμείνει στον αφέντη του - επίσης: διάρκεια παρουσίας) < αρχαία ελληνική παραμένω < παρα- + μένω

:* για τη σημασία «προηγούμενη μέρα»' < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παραμονή < ελληνιστική κοινή παραμονή

: Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + θέμα μον- του μένω + -ή

noun παραμονή · παραμονές · παραμονής · παραμονών

  1. μένω σε μέρος η διαμονή, η κατοίκηση Η παραμονή του στο εξωτερικό διάρκεσε ένα μήνα
  2. μένω σε μέρος η συνέχιση της συμμετοχής σε μια κοινότητα, μια ομάδα, έναν οργανισμό κλπ Η παραμονή του προπονητή στην ομάδα τον επόμενο χρόνο θεωρείται απίθανη.
  3. προηγούμενη μέρα η μέρα που προηγείται ενός σημαντικού γεγονότος, γιορτής ή επετείου (και παραμονές) Με την οικογένειά της συναντιέται συνήθως παραμονή Πρωτοχρονιάς.

In English

  • eve day or night before

Talk about this word

Cite this
MLA

"παραμονή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παραμονή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE

Chicago

"παραμονή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παραμονή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}