מיקווין

παρανοϊκός

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

παρανοϊκός

  • pa.ɾa.no.iˈkos

מאיפה זה בא

παρανοϊκός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική paranoïaque < αρχαία ελληνική παράνοια < παρά + νόος / νοῦς

שם תואר παρανοϊκός · παρανοϊκή · παρανοϊκό · παρανοϊκού · παρανοϊκής

  1. που έχει σχέση με την παράνοια ή αναφέρεται σ’ αυτή ※ Η εποχή ήταν επικίνδυνη, και τα λάθη –πολιτικά, ιδεολογικά, θρησκευτικά– μπορούσαν να σου κοστίσουν τη ζωή. Όπως λέγεται, μπορεί να είσαι παρανοϊκός, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε σε κυνηγάνε κιόλας. (David Runciman, Μικρή ιστορία των ιδεών: Από τον Χομπς στον Φουκουγιάμα, μεταφραστή Πέτρος Γεωργίο
  2. broadly, κατ’ επέκταση τρελός, παράλογος

שם עצם παρανοϊκός · παρανοϊκή · παρανοϊκό · παρανοϊκού · παρανοϊκής

  1. ιατρική αυτός που έχει ως πάθηση / νόσο την παράνοια
  2. broadly, κατ’ επέκταση τρελός, παράλογος

באנגלית

  • paranoid of, related to, or suffering from paranoia

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"παρανοϊκός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παρανοϊκός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"παρανοϊκός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παρανοϊκός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}