παραπέτο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παραπέτο
Where it comes from
παραπέτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική parapetto < para- + petto < λατινική pectus < πρωτοϊταλική *pectos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peg (πλευρά)
noun παραπέτο · παραπέτα · παραπέτου · παραπέτων
- στηθαίο ※ βγήκα ξοπίσω της τρέχοντας προς τη σκάλα - θαρρώ πως επαναλάμβανα μάλιστα συνεχώς: «Εγώ και η Σοφία! Εγώ και η Σοφία!» Κατέβαινα τα σκαλιά κρατώντας χαλαρά το παραπέτο, σηκώνοντας τό κεφάλι γιὰ νὰ δῶ τήν κυρία Μαντώ πού ἔβγαινε ἀνήσυχη ἀπ ̓ το διαμέρισμά της (Κλαίρη Μιτσοτάκη, Σωρείτες: νουβέλες κ
- κουπαστή ※ Απάνω στο κατάστρωμα του βαποριού, ακουμπισμένοι στο πρυμιό παραπέτο, ο Αντώνης με τον Κωνσταντή αγναντεύουν τη γαλάζια απεραντοσύνη, που ξανοίγεται μπροστά στα μάτια τους. (Τάκης Αδάμος Καφεζυθεστιατόριον «Η Μεγάλη Ελλάς» [διήγημα] στο βιβλίο Για μια άσπρη μέρα: διηγήματα, 1981)
In English
- parapet a low protective wall
Talk about this word "παραπέτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. παραπέτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%BF "παραπέτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παραπέτο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}