παραπλήσιος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παραπλήσιος
Where it comes from
παραπλήσιος < αρχαία ελληνική παραπλήσιος
adjective παραπλήσιος · παραπλήσια · παραπλήσιο · παραπλήσιου · παραπλήσιας
- που βρίσκεται αρκετά κοντά σε άλλον, κοντινός (μεταφορικά)
- που έχει αρκετή ομοιότητα με άλλον, παρόμοιος σε μέγεθος ή άλλο χαρακτηριστικό Για να μην εμφανιστεί αυτό το φαινόμενο, η μόνη λύση είναι η ομαλή αύξηση της ασκούμενης καταπόνησης του ελαστικού, έτσι ώστε οι εσωτερικές και εξωτερικές στοιβάδες της γόμας να διατηρούν συνεχώς παραπλήσιες θερμοκρασίες. (από άρθρο του περιοδικού 2 Τροχοί, Οκτώβριος 1999)
In English
- approximate approaching; proximate; nearly resembling
- like similar
Talk about this word "παραπλήσιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παραπλήσιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82 "παραπλήσιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παραπλήσιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}