παραπομπή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παραπομπή

  • pa.ɾa.pomˈbi

Where it comes from

παραπομπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραπομπή < παραπέμπω, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική renvoi. Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + πομπή → δείτε τη λέξη πέμπω

noun παραπομπή · παραπομπές · παραπομπής · παραπομπών

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραπέμπω
  2. η αναφορά σε κάποιον ή κάτι
  3. η μεταφορά μιας υπόθεσης σε άλλο τμήμα ή υπηρεσία Η ανακάλυψη νέων στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα την παραπομπή της υπόθεσης στον εισαγγελέα.
  4. βιβλιογραφική παραπομπή το σημάδι που δείχνει ότι υπάρχει κάπου αλλού μία διευκρίνιση ή άλλη πληροφορία σχετική με το κείμενο
  5. broadly, κατ’ επέκταση η σημείωση, το κείμενο σε κάποιο χώρο, εκτός του κανονικού κειμένου, στο οποίο αναφέρεται η παραπομπή (4)

Similar: παράθεση, βιβλιογραφική αναφορά

Thesaurus

In English

  • citation the act of citing a passage from a book

Talk about this word

Cite this
MLA

"παραπομπή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παραπομπή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE

Chicago

"παραπομπή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παραπομπή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}