παρασύρω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παρασύρω

  • pa.ɾaˈsi.ɾo

Where it comes from

παρασύρω < αρχαία ελληνική παρασύρω

verb παρασύρω · παρασέρνω · παρέσυρα · παρασύρομαι

  1. με τη δική μου κίνηση αναγκάζω κάτι άλλο να κινηθεί μαζί μου (για ρεύμα νερού, αέρα, κινούμενη μάζα ανθρώπων κλπ) το δυνατό ρεύμα μάς παρέσυρε στα βαθιά
  2. επηρεάζω κάποιον να κάνει κάτι, συνήθως προς αρνητική κατεύθυνση οι κακές παρέες τον παρασύρουν σε παραβατικές συμπεριφορές

verb παρασύρω

  1. να, ας, αν, ίσως κλπ α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
  2. θα παρασύρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρασέρνω

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παρασύρω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%8D%CF%81%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παρασύρω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%8D%CF%81%CF%89

Chicago

"παρασύρω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%8D%CF%81%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παρασύρω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%8D%CF%81%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}