παραχωρώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παραχωρώ
Where it comes from
παραχωρώ < αρχαία ελληνική παραχωρέω / παραχωρῶ < παρά + χωρέω / χωρῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική concéder)
verb παραχωρώ · παραχωρούσα · θα παραχωρώ · να παραχωρώ · παραχωρώντας
- δίνω το χώρο ή τη θέση σε κάποιον
- εκχωρώ, μεταβιβάζω ※ Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γρ
In English
- allow to let one have
Talk about this word "παραχωρώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. παραχωρώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E "παραχωρώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παραχωρώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}