παρειά
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
παρειά
- pa.ɾiˈa
Από πού έρχεται
παρειά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρειά (< παρ-αυσ-jᾶ) < παρα- + οὖς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ṓws (οὖς) < *h₂ew- (βλέπω)
ουσιαστικό παρειά · παρειές · παρειάς · παρειών
- το μάγουλο ※ Ψιλογέλασα κιόλας κάτω από τα παπλώματα, γιατί θυμήθηκα εκείνο που είπε ο Χριστός, το «αν σας μπατσίσουν από τη μια παρειά, γυρίστε και την άλλη» και κατά κάποιον τρόπο τη στιγμή αυτή εγώ το τηρούσα. (*)
- πλευρικό τοίχωμα ή, γενικότερα, πλευρά σε σχήμα καμπύλης (σκεύους, πλοίου, φυσικής κοιλότητας κ.λπ.) ※ Τόσο η εξωτερική παρειά της λιθοδομής των ακροβάθρων όσο και οι θολίτες του κεντρικού τόξου είναι κατασκευασμένα από καλά λαξευμένους πώρινους δομόλιθους. (*)
Συζήτησε αυτή τη λέξη "παρειά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. παρειά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%AC "παρειά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%AC.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {παρειά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}