παρεκκλήσι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παρεκκλήσι
Where it comes from
παρεκκλήσι < μεσαιωνική ελληνική παρεκκλήσιον < παρά + ἐκκλησία < καλέω
noun παρεκκλήσι · παρεκκλήσια · παρεκκλησιού · παρεκκλησιών
- μικρή εκκλησία που βρίσκεται συνήθως έξω από τον αστικό ιστό ή εντός αυτού, εξαρτώμενο από μεγαλύτερη εκκλησία ή ανήκει σε ιδιώτη ή κάποιο ίδρυμα ※ ...μαζί με μεταγενέστερο ταφικό παρεκκλήσι, κάτω από το δάπεδο του οποίου βρέθηκε νηπιακός λακκοειδής τάφος. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, τόμος 15, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2001, σελ. 321)
In English
- chapel place of worship
Talk about this word "παρεκκλήσι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%83%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. παρεκκλήσι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%83%CE%B9 "παρεκκλήσι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%83%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παρεκκλήσι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%83%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}