παρελθόν
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παρελθόν
Where it comes from
παρελθόν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρελθόν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής παρελθών, μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος πάρειμι / παρέρχομαι < παρ- + ἐλθών → δείτε παρά + εἶμι / ἔρχομαι
noun παρελθόν · παρελθόντα · παρελθόντος · παρελθόντων
- το χρονικό διάστημα πριν από αυτή τη στιγμή, ο χρόνος που πέρασε, σε αντιδιαστολή με το παρόν και το μέλλον Aυτό που με τρομάζει για το παρελθόν είναι ότι όσο ο καιρός προχωρά, τόσο αυτό πάει όλο και πιο πίσω και για το μέλλον ότι όλο και πιο πολύ με πλησιάζει.
- ό,τι είναι χρονικά περασμένο, τα γεγονότα που συνέβησαν σε περασμένους καιρούς, η περασμένη ζωή ατόμων, ομάδων, λαών, η ιστορία τους ένδοξο παρελθόν
- βεβαρυμένος προηγούμενος βίος Η γυναίκα που πήρες έχει παρελθόν.
Opposite: μέλλον
verb παρελθόν · παρελθόντα · παρελθόντος · παρελθόντων
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους της μετοχής παρελθών
Thesaurus
noun
Opposite: μέλλον
In English
- past period of time that has already happened
Talk about this word "παρελθόν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B8%CF%8C%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026. παρελθόν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B8%CF%8C%CE%BD "παρελθόν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B8%CF%8C%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παρελθόν},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B8%CF%8C%CE%BD},
urldate = {2026-11-07}
}