παρελθόν

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παρελθόν

Where it comes from

παρελθόν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρελθόν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής παρελθών, μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος πάρειμι / παρέρχομαι < παρ- + ἐλθών → δείτε παρά + εἶμι / ἔρχομαι

noun παρελθόν · παρελθόντα · παρελθόντος · παρελθόντων

  1. το χρονικό διάστημα πριν από αυτή τη στιγμή, ο χρόνος που πέρασε, σε αντιδιαστολή με το παρόν και το μέλλον Aυτό που με τρομάζει για το παρελθόν είναι ότι όσο ο καιρός προχωρά, τόσο αυτό πάει όλο και πιο πίσω και για το μέλλον ότι όλο και πιο πολύ με πλησιάζει.
  2. ό,τι είναι χρονικά περασμένο, τα γεγονότα που συνέβησαν σε περασμένους καιρούς, η περασμένη ζωή ατόμων, ομάδων, λαών, η ιστορία τους ένδοξο παρελθόν
  3. βεβαρυμένος προηγούμενος βίος Η γυναίκα που πήρες έχει παρελθόν.

Opposite: μέλλον

verb παρελθόν · παρελθόντα · παρελθόντος · παρελθόντων

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους της μετοχής παρελθών

Thesaurus

noun

Opposite: μέλλον

In English

  • past period of time that has already happened

Talk about this word

Cite this
MLA

"παρελθόν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B8%CF%8C%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παρελθόν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B8%CF%8C%CE%BD

Chicago

"παρελθόν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B8%CF%8C%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παρελθόν},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B8%CF%8C%CE%BD},
  urldate = {2026-11-07}
}