Μίκουιν

παρεμποδίζω

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

παρεμποδίζω

  • pa.re(m).boˈði.zo

Από πού έρχεται

παρεμποδίζω < παρά + εμποδίζω

ρήμα παρεμποδίζω · παρεμπόδιζα · θα παρεμποδίζω · να παρεμποδίζω · παρεμποδίζοντας

  1. δημιουργώ ή παρεμβάλλω εμπόδιο σε κάτι (δι' έργου, ή λόγου, ή αξίωσης) ※ Αν τώρα από το διπλοπαρκάρισμα παρεμποδίζεται η λειτουργία των συγκοινωνιακών μέσων τότε ο οδηγός διαπράττει το αδίκημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών. (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparka

Παρόμοιες: παρακωλύω · Αντίθετο: διευκολύνω

Συνώνυμα και αντώνυμα

ρήμα

Παρόμοιες: παρακωλύω · Αντίθετο: διευκολύνω

Στα αγγλικά

  • hinder to make difficult to accomplish

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"παρεμποδίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παρεμποδίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"παρεμποδίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παρεμποδίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}