παρενόχληση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παρενόχληση

  • pa.ɾeˈno.xli.si

Where it comes from

παρενόχληση < αρχαία ελληνική παρενόχλησις

noun παρενόχληση · παρενοχλήσεις · παρενόχλησης · παρενοχλήσεων

  1. η υποβολή κάποιου σε μικρές, αλλά επαναλαμβανόμενες, επιθέσεις ※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σ

In English

  • harassment persistent attacks and criticism causing worry and distress

Talk about this word

Cite this
MLA

"παρενόχληση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%87%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

παρενόχληση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%87%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"παρενόχληση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%87%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παρενόχληση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%87%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-08}
}