παρθένος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Παρθένος¹
Where it comes from
Παρθένος < παρθένος
proper noun Παρθένος · Παρθένοι · Παρθένου · Παρθένων · Παρθένο · Παρθένους
- όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση συντομογραφία: Vir
- το έκτο ζώδιο του ζωδιακού κύκλου που θεωρείται ότι κυριαρχεί από 23 Αυγούστου ως 22 Σεπτεμβρίου
- της θεάς Αθηνάς, της θεάς Δήμητρας και της Περσεφόνης
- της Θεοτόκου (από τους ελληνιστικούς χρόνους) Παρθένος Μαρία
παρθένος²
- paɾˈθe.nos
Where it comes from
παρθένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρθένος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pr̥-sptén-o-s < *pstḗn (στήθος)
adjective παρθένος · παρθένα · παρθένο
- που βρίσκεται στη φυσική του κατάσταση, ανέγγιχτος από τον άνθρωπο παρθένο δάσος
- που δεν έχει υποστεί νόθευση ή θερμική ή χημική επεξεργασία, επομένως διατηρεί τα αρχικά του συστατικά και την επιθυμητή ποιότητα αγνό παρθένο ελαιόλαδο
noun παρθένος · παρθένοι · παρθένου · παρθένων · παρθένο
- άτομο που δεν έχει έλθει σε συνουσία
- αυτή της οποίας δεν έχει διαρραγεί ο παρθενικός υμένας
In English
Talk about this word "παρθένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παρθένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "παρθένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παρθένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}