πασάς
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πασάς¹
- paˈsas
Where it comes from
πασάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πασάς / πασᾶς / < οθωμανική τουρκική پاشا (pāšā) (τουρκική paşa) < περσική پادشاه (pādšāh, βασιλιάς)
noun πασάς · πασάδες · πασά · πασάδων
- οθωμανικός τίτλος αξιωματούχου ※ 20ός/21ος αιώνας, Νίκος Κούνδουρος, Ονειρεύτηκα πως πέθανα, εκδόσεις: Ίκαρος, Αθήνα 2009, ISBN 9789608399945 @google.gr/books
- αυτός που ζει μέσα στις ανέσεις Τον έχει η μάνα του πασά στα Γιάννενα.
- σε αγαπημένο μας πασά μου!
Πασάς²
- paˈsas
Where it comes from
Πασάς < πασάς < προέλευσης από την οθωμανική τουρκική (τουρκική paşa) < περσική → δείτε περισσότερα στο πασάς
proper noun Πασάς · Πασάδες · Πασά · Πασάδων
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Πασά)
- ονομασία νησίδων της Ελλάδας
- χαρακτήρας από τον Καραγκιόζη
In English
- pasha title
Talk about this word "πασάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. πασάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%82 "πασάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πασάς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}