πατάω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πατάω
- paˈta.o
Where it comes from
πατάω < πατ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πατῶ, -εῖς, -εῖ, ... συνηρημένος τυπος του πατέω
verb πατάω · πατώ · πατούσα · πάταγα · πάτησα · πατιέμαι
- ακουμπώ το πέλμα του ποδιού μου πάνω σε κάτι όντας ακίνητος ή περπατώντας
- πιέζω το πέλμα μου πάνω σε κάτι πατάω γκάζι: εφαρμόζω πίεση με το πόδι μου πάνω στο πεντάλ του γκαζιού και αυξάνω ταχύτητα
- καταστρέφω κάτι βαδίζοντας πάνω του ή πιέζοντάς το με το πόδι μου
- συνθλίβω με το πέλμα μου συνθλίβω με τα πόδια μου σταφύλια στο πατητήρι για να πάρω το χυμό τους και να φτιάξω κρασί
- πέφτω πάνω σε πεζό και του προκαλώ σοβαρή σωματική βλάβη ή και θάνατο
- κυριεύω
- νικώ ολοκληρωτικά, εξουθενώνω υλικά και ηθικά κάποιον
- πηγαίνω, έρχομαι, εμφανίζομαι Δεν πατάει πελάτης στο μαγαζί.
- ακουμπώ τον πυθμένα της θάλασσας ρηχά είναι, πατάω!
- πιέζω κάτι (συνήθως με το χέρι) πάτα το κουμπί στο ασανσέρ
- συμπληρώνω κάποια ηλικία πάτησε τα σαράντα
- σιδερώνω Πάτησέ μου το γιακά
In English
- run over to drive over, causing injury or death
Talk about this word "πατάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. πατάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89 "πατάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πατάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}