πατέντα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πατέντα¹
- paˈten.da
Where it comes from
πατέντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική patente + -α < λατινική patens, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος pateo
noun πατέντα · πατέντες · πατέντας · πατεντών
-
η επίσημη αναγνώριση από την αρμόδια (κρατική) υπηρεσία ότι μια συγκεκριμένη εφεύρεση είναι έργο ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο έχει και τα αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης της εφεύρεσης αυτής
Similar: δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
- η πρωτότυπη λύση που δίνει κάποιος σε ένα συγκεκριμένο τεχνικό πρόβλημα Πώς θα το φτιάξουμε αυτό χωρίς ανταλλακτικά; Πρέπει να βρούμε καμιά πατέντα.
Πατέντα²
Where it comes from
Πατέντα < γενική ενικού του αρσενικού Πατέντας
proper noun Πατέντα · Πατέντας · Patenta
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "πατέντα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πατέντα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1 "πατέντα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πατέντα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}