πατήρ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πατήρ¹
- paˈtiɾ
Where it comes from
πατήρ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πατήρ, πρωτοελληνική *patḗr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr, για τον θεολογικό όρο → δείτε Πατήρ
noun πατήρ
- τίτλος για ιερείς Σ' αυτήν την εκκλησία λειτουργεί ο πατήρ Γεώργιος. Ο πατέρας Γεώργιος λειτουργεί εκεί εδώ και είκοσι χρόνια.
- το πρώτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος
- πατέρας
Πατήρ²
- paˈtiɾ
Where it comes from
Πατήρ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Πατήρ < αρχαία ελληνική πατήρ
proper noun Πατήρ · Πατρός
- το πρώτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα
Talk about this word "πατήρ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81. Accessed 7 Nov. 2026. πατήρ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81 "πατήρ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πατήρ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81},
urldate = {2026-11-07}
}