πατίνα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πατίνα
Where it comes from
πατίνα < αγγλική patina
noun πατίνα · πατίνες · πατίνας · πατίνων
- η επικάλυψη μιας χάλκινης ή ορειχάλκινης επιφάνειας με μια πρασινωπή ουσία που είναι αποτέλεσμα φυσικής οξείδωσης ή που δημιουργείται με την κατάλληλη κατεργασία για λόγους προστασίας ή αισθητικής
- η κάλυψη μιας επιφάνειας, από οποιοδήποτε υλικό, με βερνίκι που απομιμείται τη φυσική οξείδωση και δημιουργεί τεχνητή παλαίωση
Talk about this word "πατίνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πατίνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1 "πατίνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πατίνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}