πατούρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πατούρα¹

Where it comes from

πατούρα < → λείπει η ετυμολογία

noun πατούρα · πατούρες · πατούρας

  1. το τμήμα ενός αντικειμένου το οποίο προεξέχει ή δημιουργεί εσοχή και χρησιμοποιείται για πιο ισχυρή σύνδεση με διπλανά αντικείμενα
  2. τυπογραφία τμήμα του τυπογραφικού στοιχείου, πιο χαμηλό από το σώμα του γράμματος που εκτυπώνεται, που χρησιμεύει για να κρατάει απόσταση από τα γύρω στοιχεία
  3. τυπογραφία τμήμα του γράμματος το οποίο προεξέχει από το απλό βάλε μια απλή γραμματοσειρά, χωρίς πατούρες, όπως τα Arial

    Similar: ακρεμόνας

Πατούρα²

Where it comes from

Πατούρα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Πατούρα · Patoura

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

  • serif short line in a font

Talk about this word

Cite this
MLA

"πατούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πατούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"πατούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πατούρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}