πατρίδα

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

πατρίδα

  • paˈtɾi.ða
  • tin‿baˈtɾi.ða

Nó đến từ đâu

πατρίδα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πατρίς από την αιτιατική ενικού «τὴν πατρίδα» < → δείτε τη λέξη πάτριος

danh từ πατρίδα · πατρίδες · πατρίδας · πατρίδων

  1. η χώρα στην οποία γεννήθηκε κάποιος ή από την οποία κατάγεται ο ίδιος και η οικογένειά του ※ Εμάς μας τρώγει η γύμνια και η ταλαιπωρία τόσους αιώνες δι' αυτείνη την πατρίδα -δεν την βλέπετε οπού είναι αλυσωμένη και καταφρονεμένη· τα παράσημά της πεταμένα· και σεις ακόμα σίγρι κάνετε; (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, 9, 1843-1851)
  2. το χωριό ή η περιοχή γέννησης ή καταγωγής του

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"πατρίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πατρίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"πατρίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πατρίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}