πατριάρχης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πατριάρχης¹

  • pa.tɾiˈaɾ.çis

Where it comes from

πατριάρχης < ελληνιστική κοινή πατριάρχης < αρχαία ελληνική πατριά + πατριάρχης ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική patriarch ή (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική patriarche)

noun πατριάρχης · πατριάρχες · πατριάρχη · πατριαρχών

  1. θρησκεία εκκλησιαστικό αξίωμα που αποδίδεται σε κάποιους ορθόδοξους αρχιεπισκόπους επικεφαλής πατριαρχείων ή σε αρχηγούς αυτοκέφαλων εκκλησιών
  2. dated, παρωχημένο ο επικεφαλής / αρχηγός πατριάς
  3. dated, especially, παρωχημένο, ειδικότερα, θρησκεία επικεφαλής ισραηλιτικής φυλής
  4. figuratively, μεταφορικά ιδρυτής, θεμελιωτής, δημιουργός

Πατριάρχης²

Where it comes from

Πατριάρχης < πατριάρχης

proper noun Πατριάρχης · Πατριάρχηδες · Πατριάρχη · Πατριάρχηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πατριάρχης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πατριάρχης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B7%CF%82

Chicago

"πατριάρχης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πατριάρχης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}