πατριαρχικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πατριαρχικός
- pa.tɾi.aɾ.çiˈkos
Where it comes from
πατριαρχικός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πατριαρχικός. Συχρονικά αναλύεται σε πατριάρχ(ης) + -ικός
: για τον κοινωνιολογικό όρο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική patriarchical < patriarch(y) + -ical
adjective πατριαρχικός · πατριαρχική · πατριαρχικό · πατριαρχικού · πατριαρχικής
- που αφορά τον πατριάρχη
- που σχετίζεται με κοινωνίες που οργανώνονται με βάση την πατριαρχία πατριαρχική οικογένεια
- που έχει συντηρητικές απόψεις
In English
- patriarchal relating to patriarchy
Talk about this word "πατριαρχικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026. πατριαρχικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "πατριαρχικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πατριαρχικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-08}
}