πατρικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πατρικός¹

  • pa.tɾiˈkos

Where it comes from

πατρικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πατρικός < πατήρ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική paternel )

adjective πατρικός · πατρική · πατρικό · πατρικού · πατρικής

  1. που έχει σχέση με τον πατέρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν

    Opposite: μητρικός

  2. ουσιαστικοποιημένο το σπίτι που ζούσε κάποιος με την πρώτη του οικογένεια, με τους γονείς του
  3. ουσιαστικοποιημένο το επώνυμο της αρχικής οικογένειας μια γυναίκας, αυτής που είχε με τους γονείς της, πριν παντρευτεί και λάβει —ενδεχομένως— το επώνυμο του συζύγου της
  4. που έχει σχέση με τους προγόνους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς

    Similar: προγονικός

  5. figuratively, μεταφορικά που γίνεται με ιδιαίτερη επιμέλεια, προστατευτικότητα και αγάπη, σαν να ενεργεί ο πατέρας προς τα παιδιά του

Πατρικός²

Where it comes from

Πατρικός < πατρικός

proper noun Πατρικός · Πατρικοί · Πατρικού · Πατρικών · Πατρικό · Πατρικούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • paternal of or pertaining to one's father
  • fatherly characteristic of what is considered the ideal behaviour pertaining to fatherhoo

Talk about this word

Cite this
MLA

"πατρικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πατρικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"πατρικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πατρικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}