πατρικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πατρικός¹
- pa.tɾiˈkos
Where it comes from
πατρικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πατρικός < πατήρ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική paternel )
adjective πατρικός · πατρική · πατρικό · πατρικού · πατρικής
-
που έχει σχέση με τον πατέρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν
Opposite: μητρικός
- το σπίτι που ζούσε κάποιος με την πρώτη του οικογένεια, με τους γονείς του
- το επώνυμο της αρχικής οικογένειας μια γυναίκας, αυτής που είχε με τους γονείς της, πριν παντρευτεί και λάβει —ενδεχομένως— το επώνυμο του συζύγου της
-
που έχει σχέση με τους προγόνους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς
Similar: προγονικός
- που γίνεται με ιδιαίτερη επιμέλεια, προστατευτικότητα και αγάπη, σαν να ενεργεί ο πατέρας προς τα παιδιά του
Πατρικός²
Where it comes from
Πατρικός < πατρικός
proper noun Πατρικός · Πατρικοί · Πατρικού · Πατρικών · Πατρικό · Πατρικούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "πατρικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πατρικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "πατρικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πατρικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}