πατριώτης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πατριώτης¹
- pa.tɾiˈo.tis
Where it comes from
πατριώτης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πατριώτης
:* που τιμά την πατρίδα του < (άμεσο δάνειο) γαλλική patriote < υστερολατινική patriota < αρχαία ελληνική πατριώτης
: Συγχρονικά αναλύεται σε πάτρ(ιος) + -ιώτης
noun πατριώτης · πατριώτες · πατριώτη · πατριωτών
-
αυτός που κατάγεται από την ίδια πατρίδα
και υποκοριστικό πατριωτάκι
Similar: συντοπίτης
-
αυτός που τιμά, που αγαπάει την πατρίδα του, αυτός που θυσιάζεται γι' αυτήν
※ Ύστερα ο φλογερός πατριώτης Κώστας Κασομούλης έτρεξε βοήθεια στη Νάουσα, όπου τον περίμενε ο τίμιος και ηρωϊκός θάνατός του [μεταγραφή σε μονοτονικό]
Similar: φιλόπατρις
Opposite: άπατρις
Πατριώτης²
Where it comes from
Πατριώτης < αρχαία ελληνική Πατριώτης
proper noun Πατριώτης · Πατριώτηδες · Πατριώτη · Πατριώτηδων
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Opposite: άπατρις
In English
- patriot person who loves, supports and defends his country
Talk about this word "πατριώτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πατριώτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82 "πατριώτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πατριώτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}