πατρωνυμικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πατρωνυμικό

Where it comes from

πατρωνυμικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πατρωνυμικός < (ελληνιστική κοινή). Αναλύεται σε πατρ- + ουδέτερο του -ωνυμικός. Εννοείται το ουσιαστικό όνομα

noun πατρωνυμικό · πατρωνυμικά · πατρωνυμικού · πατρωνυμικών

  1. επώνυμο ή όνομα που σχηματίστηκε από το όνομα του πατέρα (το πατρώνυμο)
  2. γραμματική όνομα που παράγεται από το όνομα του πατέρα ή προγόνου και δηλώνει το παιδί ή τον απόγονο

adjective πατρωνυμικό · πατρωνυμικά · πατρωνυμικού · πατρωνυμικών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του πατρωνυμικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πατρωνυμικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πατρωνυμικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πατρωνυμικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"πατρωνυμικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πατρωνυμικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}