πατόκορφα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πατόκορφα
- paˈto.koɾ.fa
Where it comes from
πατόκορφα < πάτ(ος) + -ό- + κορ(υ)φ(ή) + -α
adverb πατόκορφα
-
από πάνω μέχρι κάτω
※ σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
Similar: από την κορφή ως τα νύχια
- πάρα πολύ, σε μεγάλο βαθμό ※ Και, όλα αυτά, και άλλα συναφή, τα επενδύουν και με ισχυρότατη δόση μισαλλοδοξίας, που αγγίζει τα όρια του φασισμού: οι έχοντες τις παραπάνω απόψεις, δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους: όσοι δεν συμφωνούν με αυτές, καθυβρίζονται πατόκορφα. (* εφημερίδα Το Βήμα)
In English
- head to toe entirely; completely; over one's full body
Talk about this word "πατόκορφα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πατόκορφα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B1 "πατόκορφα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πατόκορφα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}