παχνί
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παχνί
Where it comes from
παχνί < ελληνιστική κοινή πάθνη < αρχαία ελληνική φάτνη
noun παχνί · παχνιά · παχνιού · παχνιών
- η κατασκευή που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση τροφής ζώων ※ στον αχυρώνα, βολοκόποι, σβάρνες, δρεπάνια και κόσκινα ορθώνονταν απειλητικά μπροστά μου και πιο κάτω, δεμένα στο παχνί τους που έπιανε όλο το μήκος της αποθήκης, κέρατα και αναμαλλιασμένα μουσούδια και υγρά μάτια λαμπύριζαν στο φως της λάμπας. (Πάτρικ Λη Φέρμορ, Η εποχή της δωρεάς, εκδ. Μεταίχμιο
Thesaurus
In English
Talk about this word "παχνί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%BD%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026. παχνί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%BD%CE%AF "παχνί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%BD%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παχνί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%BD%CE%AF},
urldate = {2026-11-06}
}